SI AMANECE NOS VAMOS

SI AMANECE NOS VAMOS   “La impresión más fuerte que produce Jenofonte, al leerlo hoy, es la de estar viendo un viejo documental de guerra, como vuelven a proyectarse de vez en cuando en …

Origen: SI AMANECE NOS VAMOS

| Deja un comentario

Leyendo a Kikí Dimulá: Museo Británico

(Leído por Kikí Dimulá)

Βρετανικό μουσείο
(Ελγίνου μάρμαρα)

Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.
Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα
(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)
που δυό βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|
τους δυό αυτούς να ‘χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ’ τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ’ τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

Δεν αποκλείεται όμως έξω να ‘χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ’ τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν’ ανεγείρουν.

 

line

Museo Británico
(Los mármoles de Elgin)

En la fría sala del Museo
contemplo
la bella y solitaria Cariátide robada.
La sombría dulzura en su mirada
con insistencia dirige
al vigoroso cuerpo de Dioniso
(en voluptuosa postura cincelado)
que apenas dista dos pasos.
La mirada de él se ha posado
en el rotundo talle de la joven.
Sospecho que estos dos mantienen
un prolongado idilio.
Y así, cuando al atardecer la sala se vacía
de tantos visitantes ruidosos,
imagino a Dioniso
alzarse con sigilo de su puesto
para no levantar sospechas
de los vecinos relieves y estatuas,
y, todo pasión, lanzarse
a doblegar el pudor de la Cariátide
con vino y caricias.

Pero puede que me equivoque.
Quizás otra relación les una
más fuerte, más dolorosa:
En las veladas invernales
y en las deliciosas noches de Agosto
los veo
bajar de sus altos pedestales,
olvidado el formal gesto diurno,
y, entre suspiros y lágrimas de nostalgia,
reconstruir con pasión en su memoria
los Partenones y Erecteones que les fueron arrebatados.

(De Kikí Dimulá, Erebo, 1956)
(Traducción: Grupo Πέντε στις πέντε, en Kikí Dimulá, La pasión de la lluvia, Colección Romiosyne, 2013)

 

Caryatid-Erechtheum-British_Museum-3Dionysos_pediment_Parthenon_BM

Publicado en Literatura griega, Tradición clásica | Deja un comentario

Leyendo a Manolis Anagnostakis: Los epígonos

Οι επίγονοι

Εδώ οι πόρτες έγιναν στόματα
Βγαίνουνε ολοένα άνθρωποι σαν οργισμένες λέξεις
Σε δαχτυλοδειχτούν και σε υβρίζουν˙
Νέοι, χτες μόλις παιδιά, με την φλόγα στα μάτια
Νομίσματα νιόκοπα γεμάτα πάθος αγοράς
Όμως το παρελθόν δεν αγοράζεται δε μπορεί πια ν’ αγοραστεί
Η κάθε σπασμένη φωλιά η κάθε σβησμένη λέξη.
Εδώ τα παράθυρα γίναν αγχόνες
Δουλεύουν νύχτα μέρα σα ματόκλαδα
Όμως το αίμα Εκείνων δεν απαγχονίζεται
Δεν υποπτεύονται πώς ολοένα τους κυκλώνει
Δεν υποπτεύονται τι ξεπουλήθηκε—για να δολοφονούν.
Κι όμως υπάρχει πάντα μια εκδίκηση
Μια μυστική ενέδρα χωρίς διέξοδο
Ένας κοχλίας πού ριζώνει πιο βαθιά.

(Στο τέλος όταν όλοι π ε ρ ά σ ο υ ν σαν κι εμάς).

line

Los epígonos

Aquí las puertas se convirtieron en bocas.
Salen continuamente hombres como palabras airadas.
Te señalan con el dedo y te insultan.
Jóvenes, niños apenas ayer, con llama en los ojos,
monedas flameantes llenas del dolor del mercado.
Sin embargo, el pasado no se compra, ya no puede comprarse,
ni cualquier nido roto, ni cualquier palabra deshecha.
Aquí, las ventanas se convirtieron en patíbulos.
Trabajan noche y día como pestañas.
Sin embargo, la sangre de Aquéllos no se ahorca.
No sospechan que circula en ellos continuamente.
No sospechan qué se saldó, para asesinar.
Y, sin embargo, existe siempre una venganza,
una emboscada secreta sin salida,
un tornillo que se enrosca, se enrosca más adentro.

(Al final, cuando todos p a s e n  como nosotros).

(De Manolis Agnostakis, Épocas 3, 1951)
(Traducción: José Antonio Moreno Jurado)
Publicado en Literatura griega | Deja un comentario

Leyendo a Manolis Anagnostakis: Allí…

 

Εκεί…

Εκεί θα τα βρεις.

Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι συ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά-βαθιά μες στα πυκνά νερά.

Τότε θα ξέρεις.

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).

line

Allí…

Allí lo encontrarás.

Una llave
Que cogerás
Que sólo tú cogerás
Y empujarás la puerta
Abrirás la habitación
Abrirás las ventanas a la luz
Aturdidos los ratones se esconderán
Brillarán los espejos
Las lámparas se despertarán con el viento
Allí lo encontrarás
En alguna parte – entre las maletas y la chatarra
Los clavos cortados, dientes partidos,
Horquillas en las cojines, marcos con agujeros,
Madera chamuscada, timones de barcos.
Te quedarás unos momentos en la luz
Después cerrarás las ventanas
Las cortinas con cuidado
Revalidos los ratones te lamerán
Se oscurecerán los espejos
Se inmovilizarán las lámparas
Y tú cogerás la llave
Y con movimientos seguros sin remordimientos
Dejarás que ruede al albañal
Hondo, hondo en el agua espesa.

Entonces sabrás.

(Porque la poesía no es el modo para que hablemos
Sino el mejor muro para que ocultemos nuestro rostro.)

(De Manolis Anagnostakis, La continuación, 1954)
(Traducción: Alfonso Silván)
Publicado en Literatura griega | Deja un comentario

Leyendo a Manolis Anagnostakis: Epílogo

(Leído por Manolis Anagnostakis, en Ο Μανώλης Αναγνωστάκης διαβάζει Αναγνωστάκη, Lyra, 1977)

Επίλογος

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ‘ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.

line

Epílogo

Estos versos puede que sean los últimos
Los últimos entre los últimos que se escriban
Porque los poetas venideros no viven ya
Los que hablarían murieron todos jóvenes
Sus entristecedoras canciones se hicieron pájaros
En algún otro cielo en donde brilla un sol ajeno
Se hicieron ríos montaraces que corren hacia la mar
Y sus aguas no las puedes distinguir
En sus entristecedoras canciones brotó una flor de loto
Para que nazcamos en su savia nosotros más jóvenes.

(De Manolis Agnostakis, Épocas 3, 1951)
(Traducción: Alfonso Silván)

anagnostakis

Publicado en Literatura griega | Deja un comentario

Leyendo a Kikí Dimulá: Las adelfas amargas

(Leído por Kikí Dimulá)

Οι πικροδάφνες
(Λόφος Φιλοπάππου)

PhilopapposΕδώ δεν ήρθαμε ποτέ.
Ο λόφος δε σε ξέρει.
Το βήμα σου δε βρίσκεται γραμμένο
σε κανένα μικρό ανηφοράκι
κι ούτε στις πράες κατηφοριές
ακούεται το γέλιο της βιασύνης σου.
Γραμμένος δεν είσαι
ούτε και στα χλωρά ερωτολόγια:
στα σαρκώδη φύλλα των κάκτων.
Γεμάτα μικρές μαχαιριές ονομάτων
που δεν πάνε σε βάθος
κι εύκολα κλείνουν,
Έλση – Δημήτρης
και βέλος.
Κι άλλα ονόματα που πέρασαν
μ’ ένα καημό διαρκείας.
Στα πιο πολλά
η ενωτική γραμμή ανάμεσά τους
έθρεψε κιόλας, έσβησε.
Κι αποσυνδέθηκε το κάποτε.
Φυσάνε όρκοι πίσω από τους θάμνους
και κυλάνε πέτρες.
Έρωτες που ανεβαίνουν,
έρωτες που γλιστράνε.
Το απόγευμα αισθάνεται
μια μυροβόλο απάθεια
κι ό,τι είναι λύπη
μοιάζει με ησυχασμό φυλλώματος.
Των αρωμάτων τα σώματα
βαρειά ανοιγοκλείνουν τα φτερά τους,
βαρετά αγνοούν:
κανένα δε μυρίζει εξαφάνιση.
Πού είσαι;
Κάτι πικραίνει πιο πολύ κι απ’ τ’ όνομά τους
τις πικροδάφνες.
Πού είσαι;
Αλλά εδώ δεν ήρθαμε ποτέ.
Ο λόφος δε σε ξέρει.
Λοιπόν σώζομαι από συσχετίσεις.
Κι έτσι μπορώ να σταθώ
στο ύψος μιας ρεμβαστικής ουδετερότητας
για ν’ απολαύσω ανενόχλητα
αυτό το κάθαρμα τη δύση.

line

Las adelfas amargas
(Colina de Filopapo)

Nunca estuvimos aquí.
La colina no te conoce.
Tu paso no quedó marcado
en ninguna pequeña subida
ni en las suaves bajadas
suena la risa de tu premura.
Tampoco estás inscrito
en las verdes palabras de amor:
en las hojas carnosas de los cactos.
Llenas están de pequeñas cuchilladas de nombres
que no llegan a profundidad
y cierran fácilmente,
Elsi – Dimitris
y flecha.
Y más nombres que pasaron
con una pena duradera.
En la mayoría
el guión de unión entre ellos
ya se ha encorado, se ha borrado.
Y se desconectó el entonces.
Soplan juramentos detrás de las matas
y piedras resbalan.
Amores que suben,
amores que deslizan.
La tarde siente
una apatía fragante
y todo lo que es tristeza
parece sosiego de follaje.
Los cuerpos de los perfumes
con pesadez abren y cierran sus alas,
con pesadez ignoran:
ninguno huele a desaparición.
¿Dónde estás?
Algo apena a las adelfas amargas
más que su nombre.
¿Dónde estás?
Pero nunca estuvimos aquí.
La colina no te conoce.
Pues me ahorro las asociaciones.
Y así puedo quedar
a la altura de una neutralidad contempladora
para gozar sin molestias
ese ocaso canalla.

(De Kikí Dimulá, Lo poco del mundo, 1971)
(Traducción: Vicky Rouska)
Publicado en Literatura griega | Deja un comentario

Leyendo a Yorgos Seferis: Eurípides, ateniense

(Leído por Yorgos Seferis)

Ευριπίδης, Αθηναίος

Γέρασε ανάμεσα στη φωτιά της Τροίας
και στα λατομεία της Σικελίας.

Του άρεσαν οι σπηλιές στην αμμουδιά κι οι ζωγραφιές της θάλασσας.
Είδε τις φλέβες των ανθρώπων
σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια·
προσπάθησε να το τρυπήσει
Ήταν στρυφνός, οι φίλοι του ήταν λίγοι·
ήρθε ο καιρός και τον σπαράξαν τα σκυλιά.

line

Eurípides, ateniense

Envejeció entre las llamas de Troya
y las canteras de Sicilia.

Le gustaban las grutas en las playas y los paisajes del
mar.
Imaginó las venas de los hombres
como redes de los dioses donde nos atrapan como
a fieras.
Intentó romperlas.
Era agrio y sus amigos eran pocos;
y, un día, le despedazaron unos perros.

(De Yorgos Seferis, Mithistórima y otros poemas, 1986)
(Versión: Ramón Irigoyen)
Publicado en Literatura griega | Deja un comentario